Η σκοπιμότητα στο σύμπαν και το νόημά της

Η Γη, μια ανόργανη σφαίρα η ίδια, μ' ένα όμως θαυμάσια διαμορφωμένο περιβάλλον στη φλούδα της, κουβαλάει στο σιωπηλό - διπλό στροβιλισμό της, μέσα στο διάστημα, ένα σύμπαν απο­κλειστικά «δικό της», που όμοιό του κανένας άλλος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος δε διαθέτει: είναι το Σύμπαν της Ζωής. Αυτό το σύμπαν είναι «εκδήλωση μιας κατάστασης υ­ψηλής συνθετότητας της ύλης, που υπακούει σε ιδιαίτερη τάξη και είναι σε θέση να κατανικάει τη μοιραία εντρο­πία. (Επιστημονικός όρος, που χρησι­μοποιείται για να εκφράσει ποσοτικά το μέγεθος της αταξίας σ' ένα φυσικό σύστημα). Στη Γη, όπως έχουν σήμε­ρα τα πράγματα, το σύμπαν της Ζωής έχει αποκοπεί από την αδρανή ύλη, αν και η ζωή δεν μπορεί να διατηρείται παρά μόνο αν δανείζεται ενέργεια από την ύλη αυτή».
Η βιολογική συνισταμένη της ύπαρ­ξης κάθε έμβιου όντος και του ανθρώ­που φυσικά, είναι μια αδιάκοπη προ­σπάθεια (αδιάπτωτη πάλη, πιο σωστά) ενάντια στη φθορά και στο θάνατο. Κά­θε Ζωντανός οργανισμός επιδιώκει με κάθε τρόπο, να διατηρήσει την τάξη και την ευρυθμία των λειτουργιών του, είτε πρόκειται για τις λειτουργίες των κυττάρων, είτε των οργάνων ή και του συνόλου του οργανισμού. Κι όλα αυτά είναι με τέτοια ακρίβεια ρυθμισμένα και λειτουργούν τόσο ανεπαίσθητα, ώστε τον αγώνα που διεξάγεται μέσα μας, για να διατηρείται ο οργανισμός μας σε φυσιολογική κατάσταση ουδέποτε, σχεδόν, τον συνειδητοποιούμε απευθείας.
Εκτός από τη χαρακτηριστική ιδιό­τητα της αυτοδιατήρησης, τα έμβια όντα είναι προικισμένα και με την ρο­πή προς πολλαπλασιασμό και εξάπλω­ση. Η αδρανής ύλη δεν παρουσιάζει καμιά απ' αυτές τις ιδιότητες. Έτσι κάθε παραλληλισμός ανάμεσα σ' αυτή και στα έμβια όντα είναι παιδαριώδης.
Σπουδάζοντας τις λειτουργίες των έμβιων όντων διαπιστώνουμε πως, πα­ρά το γεγονός ότι, σε τελευταία ανά­λυση, ανάγονται σε φυσικοχημικά φαι­νόμενα, εντούτοις παρέχουν τις ενδεί­ξεις μιας δραστηριότητας που δεν εί­ναι τυχαία και που συνίσταται στην αυτοδιατήρηση και την αναπαραγωγή τους.
Αυτά τα γεγονότα είναι αναμφισβή­τητα και μπορεί να τα παρατηρήσει κα­νείς οποιαδήποτε στιγμή στον έμβιο κό­σμο. Είναι τόσο κοινά, που έχουμε πά­ψει να τα βλέπουμε, ή κι αν τα διαπι­στώσαμε κάποτε, δεν δώσαμε σ' αυ­τά την πρέπουσα σημασία. Και όμως το έμβιο ον περιέχει μέσα του μια σκοπιμότητα εσωτερική, ενδογενή, που εκφράζεται με τους μηχανισμούς εκεί­νους που καταλήγουν στη διατήρηση του, στην αφομοίωση των εισαγόμενων συστατικών, στην κατασκευή και ανα­παραγωγή του. «Η διαπίστωση αυτή δε συνεπάγεται καμιά φιλοσοφική τοποθέ­τηση, καταγράφει απλώς μια πραγματι­κή κατάσταση. Η ενύπαρκτη αυτή σκο­πιμότητα αντιπροσωπεύει μιαν από τις καινοτομίες που εισήγαγε στο Σύμπαν η εμφάνιση των έμβιων όντων» (Ρ.Ρ. GRASSΕ).
Το σπουδαίο βρίσκεται στο γεγονός ότι κάθε βιολογικό φαινόμενο αποκτά ιδιαίτερη αξία με την ένταξή του σ' έ­να σύστημα αλληλένδετων φαινομένων, όπου και ενσωματώνεται με στόχο την πραγμάτωση καθορισμένου και αμετά­βλητου σκοπού.
Η βιολογική σκοπιμότητα, που ενυ­πάρχει μέσα στην ίδια τη Ζωή, δεν εκφράζεται με πράξεις βουλητικές, ούτε με ενσυνείδητες διεργασίες. Η σφήκα λόγου χάρη που παραλύει τη λεία της, το κάνει για να εξασφαλίσει τροφή στα παιδιά της. Αυτή την ερμηνεία δίνουμε εμείς οι άνθρωποι, που ξέρουμε τι συμ­βαίνει, το έντομο όμως αγνοεί την εμ­βέλεια της πράξης του, δεν έχει συναί­σθηση αυτού που κάνει. Η συμπεριφορά του, όταν αντιμετωπίζεται στο σύνολο της, τείνει προς έναν σκοπό που ξεπερνά την εντολοδόχο. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πάμπολλα και μαρ­τυρούν ότι έξω από τα έμβια όντα βρί­σκεται η Πηγή που τα εφοδίασε με την τόσο σπουδαία ιδιότητα: να ενερ­γούν για την πραγμάτωση συγκεκριμέ­νου σκοπού, χωρίς τα ίδια να έχουν συνείδηση των ενεργειών τους.
Το ζήτημα τώρα που έχουμε ν' αντι­μετωπίσουμε είναι η ερμηνεία του νοή­ματος και της σημασίας που έχουν η τάξη και η σκοπιμότητα στο σύμπαν.
Όταν ο αρχαιολόγος ανακαλύπτει τα ερείπια μιας πολιτείας καταποντι­σμένης στα κύματα, ή σαβανωμένης στην άμμο, όταν αποκρυπτογραφεί τις χαράξεις που βρίσκονται στα τοιχώμα­τα ενός σπηλαίου, ξέρει πως και οι πολιτείες και η χαρακτική είναι έργο κάποιων άλλων ανθρώπων. Όταν ο επιστήμονας ανακαλύπτει τους νόμους και απ' αυτούς την τάξη που υπάρχει στη Φύση, αναρωτιέται, ποιος να τους συνέλαβε τους νόμους αυτούς και ποι­ος να κατέστρωσε την τάξη και ποια σκοπιμότητα κρύβεται πίσω από όλη αυ­τή τη θαυμαστή αρμονία του σύμπαν­τος της ζωής!
Το ερώτημα είναι καθεαυτό θεμιτό. Η επιστήμη όμως δεν είναι αρμόδια να δώσει απάντηση, και υποχρεώνεται από τα πράγματα να σιωπήσει. Αφού χωρίς αμφιβολία, βρίσκεται αντιμέτωπη μ' ένα πρόβλημα που αφορά την ερμηνεία μιας πραγματικότητας που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να συλλάβει.
Μπροστά σ' αυτό το αδιέξοδο ο συνετός επιστήμονας σταματάει, όχι από φόβο, αλλά από περίσκεψη. Έχοντας επίγνωση της αδυναμίας του λογικού του στο οποίο και μόνο είναι υποτα­γμένος, αναγνωρίζει ότι ο επιστημονικός του οπλισμός δεν τον βοηθάει να διαβεί τα όρια του ανθρώπινα εφικτού: να κατανοήσει δηλαδή, την υπερβατική (υπεραισθητή) πραγματικότητα.
Ο παράγοντας που θα τον βγάλει από το αδιέξοδο αυτό είναι η Πίστη. «Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώ­νας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινο­μένων τα βλεπόμενα γεγονέναι» (Ε­βραίους 11/3).
Εν τούτοις, ο απολογισμός του έρ­γου του επιστήμονα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος. Αντίθετα, η αναζήτηση του τον οδηγεί σε συμπεράσματα που δείχνουν ότι:
α) στο Σύμπαν της Ζωής δεν βασι­λεύει το χάος, αλλά παντού κυριαρχεί η τάξη,
β) ότι η υποταγή σε νόμους αποτε­λεί κανόνα που αφορά κάθε έμβιο ον,
γ) ότι η ενύπαρκτη σκοπιμότητα είναι θεμελιακή ιδιότητα της Ζωής.
Όλα αυτά, για τον απροκατάληπτο ερευνητή, μαρτυρούν την ύπαρξη κά­ποιας άλλης —υπερβατικής ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑΣ. η οποία συνδυάζεται (δίχως αμφιβολία) με σχέδια εκτεταμένα και θαυμαστά! Για να υπάρχουν όμως τέ­τοια σχέδια πρέπει λογικά, Ένας υ­πέρτατος - Πάνσοφος Νους να τα κατέστρωσε και να έδωσε σ' αυτά μορφή αντικειμενική με τόσο αξιοθαύμαστο τρόπο, ώστε τα πάντα να πειθαρχούν σε Νόμους, παντού να κυριαρχεί η τά­ξη, η ζωή ν’ αποτελεί τον θρίαμβο της αρμονίας και, το σπουδαιότερο, να υ­πηρετούν όλα τη δική Του Δόξα και τους υψηλούς Του Σκοπούς, που επί­κεντρο τους έχουν την ανύψωση του ανθρώπου και την αιώνια μακαριότητα του, στη σφαίρα του Πνευματικού  Σύμπαντος.
Τούτη η διαπίστωση δίνει καινούρια διάσταση στη ζωή μας, γιατί φανερώ­νει στον καθένα μας ποια είναι η θέ­ση που κατέχει μέσα στη φύση και πόσο υψηλό είναι το νόημα και η αξία της ύπαρξής Του, στην κλίμακα των αιωνίων Ηθικών αξιών. Ακόμα δίνει α­πάντηση στο επίμονο και βασανιστικό ερώτημα που ο άνθρωπος σ' όλη την ιστορία του δεν σταμάτησε να διατυ­πώνει: «Από πού και πώς έρχομαι; για­τί υπάρχω; τί νόημα έχει η ζωή...;>». Και όπως είναι επόμενο, γεμίζει την καρδιά με αισιοδοξία, χαρά κι ελπίδα για το μέλλον - το άμεσο και το απώ­τερο! Δικαιολογημένα ο Δαβίδ δηλώ­νει: «Η γνώσις αύτη είναι υπερθαύμαστος εις εμέ, είναι υψηλή, δεν δύνα­μαι να φθάσω εις αυτήν». Και στη συ­νέχεια ξεσπά σ' ένα ύμνο δοξολογίας προς τον Δημιουργό και Πλάστη Του: «Θέλω σε υμνεί διότι φοβερώς και θαυμασίως επλάσθην. Θαυμάσια είναι τα έργα σου· και η ψυχή μου κάλλιστα γνωρίζει τούτο! Πόσον δε πολύτιμοι είναι εις εμέ αι βουλαί σου Θεέ! Πόσον εμεγαλύνθη ο αριθμός αυτών!» (Ψαλμός ρλθ/6,14,17).
Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι το να δεχθεί κανείς ότι πέρα από την ορατή πραγματικότητα του Σύμπαντος της ζωής (του Βιόκοσμου) υπάρχει ένα άλλο αξιοθαύμαστο σύμπαν: Το Πνευ­ματικό, και ότι πέρα και πάνω οπ' όλα αυτά υπάρχει ο Θεός, που δημιούργη­σε, συντηρεί και κυβερνά τα πάντα, α­ποτελεί ένα πρώτο βήμα, μια απλή δια­νοητική γνώση. Αυτή η γνώση, όσο και αν ικανοποιεί τη διάνοια, δεν αρκεί για να μας φέρει σ' επικοινωνία με την υπερβατική πραγματικότητα. Είναι ανάγκη να ενεργοποιήσουμε την πνευματι­κή καρδιά, για να πετύχουμε αυτό τον υψηλό στόχο. Και τούτο μπορεί να γί­νει με τη συνδρομή της πίστης.
Το θέμα είναι αναμφίβολα εξαιρετικά σοβαρό και αφορά τον καθένα μας α­τομικά. Καιρός είναι ν' αναρωτηθούμε: σε ποια γνώση βρισκόμαστε; Βρισκόμα­στε στη γνώση της διάνοιας ή στη γνώ­ση της καρδιάς; Έχουμε διανοητικά μόνον αναγνωρίσει την ύπαρξη του Θε­ού, ή τον πιστεύουμε ειλικρινά από καρδιάς;
Δρ. Χ.Μ.
Το παραπάνω άρθρο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Πνευματικά Νέα», αρ. φύλλου 50.